ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΞΙΑΣ ΑΠΟ ΕΝΤΟΛΟΔΟΧΟ - ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ - ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΟΣ ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 580-2024

 Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι, εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ` αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

 

Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο : O εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή αποκτά από την εκτέλεσή της ,είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές ή με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του, με την οποία γίνεται αυτός δικαιούχος και αποκτά δικαίωμα αναλήψεώς τους, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.Δ. της 17.7/17-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών". Για το λόγο αυτό, σε περίπτωση μη αναλώσεως των χρημάτων κατά τους σχετικούς όρους της εντολής και επακολουθησάσης παράνομης ιδιοποιήσεως αυτών, ο εντολοδόχος διαπράττει το αξιόποινο αδίκημα της υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 ΠΚ (ΑΠ 948/2023, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 796/2019, ΑΠ 65/2016, ΑΠ 806/2006), όπως και ειδικότερα ο εντολοδόχος ο οποίος απολαμβάνει και ιδιοποιείται παράνομα τα χρήματα ακόμη και από προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο ο εντολέας του τα ανέβασε προς εκτέλεση της εντολής, διότι η μεταξύ τους συμφωνία περιέχει αναγκαίως την πρόσθετη σιωπηρή συμφωνία ότι η κυριότητα των χρημάτων θα περιέλθει στον εντολέα αμέσως με την ανάληψη με προαντιφώνηση της νομής τους , καθόσον μόνον έτσι μπορεί η εντολή να εκτελεσθεί στο όνομα και δια χρημάτων του εντολέως

 

Αριθμός 580/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Οικονόμου, Δημήτριο Τράγκα, Κωστούλα Πρίγγουρη και Σταυρούλα Κουσουλού -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστοτέλη Χριστόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Σ. Β. του Α., κατοίκου ... και 2. Ι. Κ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μίγα-Κατσογιάννη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 496/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Α. Κ. του Μ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Στυλιανή Σαμαρά.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. εκθ. 18/7.12.2023 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1154/23.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη με αρ.εκθ. 18/ 7-12-2023 αίτηση των : 1] Σ. Β. του Α. και 2] Ι. Κ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμό 496/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Λάρισας με την οποία καταδικάστηκαν η μεν πρώτη για τις αξιόποινες πράξεις 1) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση και 2) της συνέργειας στην υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση που τέλεσε ο συγκατηγορούμενος , ο δε δεύτερος για τις αξιόποινες πράξεις 1) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση και 2) της ηθικής αυτουργίας στην υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση που τέλεσε η συγκατηγορούμενη, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι με δήλωση στον γραμματέα του Εφετείου Λάρισας της συνηγόρου τους, Δέσποινας Μίχα-Κατσογιάννη, που είχε παραστεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ως άνω εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώρηση (17-11-2023) της προσβαλλόμενης απόφασης καθαρογραμμένης στο, κατ' άρ.473 παρ.3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο, περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, εκ του άρθρου άρθρ.510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ. Επομένως, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 464, 466 παρ.2 α' , 473 παρ.2 και 3, 474 παρ.1α' και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ. 1α' του ΚΠΔ, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών της λόγων.

 Ι. Με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, με έναρξη ισχύος από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου Π Κ), ο οποίος στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτού ορίζει, ότι " Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη, και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι, εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου, με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ` αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Κατά τις διατάξεις περί υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' περ. β' του ισχύσαντος μέχρι 30- 6-2019 ΠΚ, που ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο τέλεσης [ από 21/2/2017 έως 29/5/2019] της ένδικης πράξεως του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου "1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται ...., αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους......". Κατά την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' περ. β' του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, όπως τούτο ίσχυε πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 87 του ν. 4855/12-11-2021, "Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται.......,αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση και χρηματική ποινή....". Ήδη η τελευταία διάταξη ,μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 87 του ν. 4855/12-11-2021, προβλέπει αυστηρότερη ποινή αφού ορίζει ότι ""Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται.......,αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή....". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η νομοτυπική μορφή της πλημμεληματικής υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει αλλάξει με το νέο ΠΚ. Πλην όμως, εφαρμοστέο στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι εν μέρει τόσο το άρ. 375 παρ.1 εδ. α' περ. β' του πρ. ΠΚ όσο και το αντίστοιχο άρθρο του ν. ΠΚ, ως αμφότερα περιέχοντα ευμενέστερες αλλά και δυσμενέστερες για τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο διατάξεις (άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ). Τούτο δε , διότι αφενός μεν το άρθρο 375 παρ.1 εδ.α' περ. β' του πρ. ΠΚ είναι επιεικέστερο καθό μέρος ,πλην της απειλούμενης ποινής φυλάκισης έως πέντε (5) έτη, δεν απειλεί σωρευτικά και χρηματική ποινή που προβλέπει το αντίστοιχο άρθρο του ν. ΠΚ (ΑΠ 101/2022, ΑΠ 486/2020), αφετέρου δε το άρθρο 375 παρ.1 εδ. α' περ. β' του ν. ΠΚ ,όπως ίσχυε πριν από τη τροποποίησή του από το άρ. 87 του ν.4855/2021 , είναι επιεικέστερο, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προβλέπει απειλούμενη ποινή φυλάκισης από δέκα (10) ημέρες έως πέντε (5) έτη ,ενώ το αντίστοιχο άρθρο του πρ. ΠΚ προέβλεπε ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους έως πέντε (5) έτη.

Περαιτέρω, όσον αφορά την υπεξαίρεση αντικειμένου από εντολοδόχο ,κατά την παρ.2 του άρ. 375 του προϊσχύσαντος ΠΚ ,που ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο [από 26/10/2016 έως 26/6/2019] τέλεσης της ένδικης πράξης της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω.......της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου.....ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Με την όμοια διάταξη ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του άρ. 375 παρ.1 εδ. β' του νέου ΚΠΔ "Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο......λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου.......ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων του ΠΚ [προϊσχύσαντος και νέου], συνάγεται ότι πλέον η υπεξαίρεση διώκεται σε βαθμό κακουργήματος, μόνον αν η αξία του υπεξαιρεθέντος αντικειμένου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των (120.000) ευρώ, ενώ ,αν η αξία του υπεξαιρεθέντος αντικειμένου δεν υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, ακόμη και εάν το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του, ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας , που ενδιαφέρει εν προκειμένω, διώκεται πλέον σε βαθμό πλημμελήματος (άρ.2 παρ.1 ν. ΠΚ) [ΑΠ 101/2022].Στην περίπτωση δε που συντρέχουν σωρευτικά και οι δύο περιστάσεις ,ήτοι αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ιδιότητα του υπαιτίου ως εντολοδόχου, διαχειριστή κλπ. η πράξη συνιστά πλημμέλημα, με προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή [ΑΠ 1371/2022, ΑΠ 909/2022].

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της πλημμεληματικής υπεξαίρεσης [αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και από εντολοδόχο που ενδιαφέρουν εν προκειμένω] απαιτείται, αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα και οι μετοχές ανώνυμων εταιριών, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητά του, όπως νοείται στο αστικό δίκαιο, ανήκει σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν ο τελευταίος ενσωματώνει τούτο στην περιουσία του ,χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία, ως ζήτημα περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας και ,στ) να συντρέχει επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά διαλαμβανόμενες στο ανωτέρω άρθρο καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, του διαχειριστή ξένης περιουσίας κλπ. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του βρισκόμενο στην κατοχή του ξένο κινητό πράγμα, εξουσιάζοντας και διαθέτοντας αυτό σαν να ήταν κύριος, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσή του στην περιουσία του ( ΑΠ 817/2022, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 877/2021, ΑΠ 1155/2020, ΑΠ 796/2019), είναι δε αναιρετικά ανέλεγκτος, εφόσον δεν γίνεται επίκληση ότι επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης, ή την παραγραφή, ή ότι προβλήθηκαν αντιρρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1548/2007). Επί υπεξαιρέσεως, ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Από τις περί εντολής διατάξεις του ΑΚ (άρθρ. 713 επ.) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 158, 216, 217 και 369 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η εξώδικη εντολή που παρέχεται σε τρίτο για διεξαγωγή υπόθεσης του εντολέα, δεν υποβάλλεται υποχρεωτικά σε ορισμένο τύπο, και ειδικότερα εκείνο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αλλά μπορεί να καταρτισθεί και ατύπως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 719, 721 ΑΚ και 375 ΠΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Έτσι, ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή αποκτά από την εκτέλεσή της ,είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές ή με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του, με την οποία γίνεται αυτός δικαιούχος και αποκτά δικαίωμα αναλήψεώς τους, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.Δ. της 17.7/17-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών". Για το λόγο αυτό, σε περίπτωση μη αναλώσεως των χρημάτων κατά τους σχετικούς όρους της εντολής και επακολουθησάσης παράνομης ιδιοποιήσεως αυτών, ο εντολοδόχος διαπράττει το αξιόποινο αδίκημα της υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 ΠΚ (ΑΠ 948/2023, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 796/2019, ΑΠ 65/2016, ΑΠ 806/2006), όπως και ειδικότερα ο εντολοδόχος ο οποίος απολαμβάνει και ιδιοποιείται παράνομα τα χρήματα ακόμη και από προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο ο εντολέας του τα ανέβασε προς εκτέλεση της εντολής, διότι η μεταξύ τους συμφωνία περιέχει αναγκαίως την πρόσθετη σιωπηρή συμφωνία ότι η κυριότητα των χρημάτων θα περιέλθει στον εντολέα αμέσως με την ανάληψη με προαντιφώνηση της νομής τους , καθόσον μόνον έτσι μπορεί η εντολή να εκτελεσθεί στο όνομα και δια χρημάτων του εντολέως (ΑΠ 1636/2002). Η αντιφώνηση αυτή της νομής δεν απαγορεύεται να γίνει και πριν από την κτήση της από τον μεταβιβάζοντα στο όνομά του (προαντιφώνηση), οπότε μετά την τέτοια κτήση της επέρχεται χωρίς άλλο και η μεταβίβασή της στον αποκτώντα. "Εμπιστευμένο" στον εντολοδόχο θεωρείται το πράγμα, όταν με τη θέληση του δικαιούχου παραδόθηκε στην κατοχή εκείνου (εντολοδόχου), υποχρεουμένου να το αποδώσει αυτούσιο ή να το χρησιμοποιήσει προς ορισμένο σκοπό. Ο εντολοδόχος νοείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, δηλαδή πρέπει μεταξύ αυτού και του παθόντος να υπάρχει σύμβαση εντολής, ενώ ως διαχειριστής νοείται αυτός, που ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά και νομικές πράξεις επί περιουσιακών στοιχείων του εντολέως, με εξουσία αντιπροσώπευσης αυτού, την οποία μπορεί να έχει από το νόμο ή από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η άσκηση διαχείρισης "εν τοις πράγμασι". Υπό την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση και ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 101/2022, ΑΠ 796/2019). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. α' του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 και 1 παρ. 1 του ν.5638/1932 "Περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.Δ' στοιχ.α' του ν.δ. 118/1973, προκύπτει ότι η τράπεζα, στην οποία έγινε κατάθεση χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, καθίσταται κύρια των χρημάτων αυτών από το χρόνο της καταθέσεώς τους, ότι υποχρεούται να αποδώσει κατά το χρόνο που συμφωνήθηκε στον καθένα δικαιούχο του κοινού λογαριασμού μέρος ή ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων δικαιούχων, και ότι εκείνος από τους δικαιούχους, που ανέλαβε τα χρήματα μίας τέτοιας καταθέσεως, γίνεται κύριος αυτών και είναι αδιάφορο σε ποιόν από τους καταθέτες ανήκαν αυτά, όπως είναι αδιάφορη και η μεταξύ των καταθετών σχέση που οδήγησε σε κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η οποία ενοχικές μόνο υποχρεώσεις μπορεί να δημιουργήσει σε βάρος εκείνου από τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού, που προέβη στην ανάληψη των χρημάτων. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 977 εδ. α' και 1034 του ΑΚ: α) για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σ' αυτόν που την αποκτά και συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα και β) παράδοση της νομής σ' εκείνον που την αποκτά υπάρχει και όταν συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και του μέχρι τώρα νομέως και παραμείνει ο τελευταίος στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη έννομη σχέση, όπως αυτή της εντολής. Η αντιφώνηση αυτή της νομής δεν απαγορεύεται να γίνει και πριν από την κτήση της από τον μεταβιβάζοντα στο όνομά του (προαντιφώνηση), οπότε μετά την τέτοια κτήση της επέρχεται χωρίς άλλο και η μεταβίβασή της στον αποκτώντα [ΑΠ 65/2016, ΑΠ 1800/2012, ΑΠ 1371/2007, ΑΠ 580/2006].

 ΙΙ. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 449/2022, ΑΠ 188/2022).

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από το σκεπτικό της προσβαλλομένης καταδικαστικής απόφασής του, το Δικαστήριο της ουσίας , που δίκασε την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων [ανώμοτη κατάθεση του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά συνεδρίασης πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώστηκαν, απολογίες κατηγορουμένων] ότι αποδείχθηκαν ,κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ,τα ακόλουθα περιστατικά : "... Η πρώτη κατηγορουμένη και ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας Α. Κ., τέλεσαν νόμιμο γάμο στις ...1993, στον ... Λάρισας, από τον οποίο απέκτησαν τρεις θυγατέρες, την Π., η οποία γεννήθηκε στις ...1996, τη Λ., η οποία γεννήθηκε στις ...1998 και την Α., η οποία γεννήθηκε στις ...2000. Ο γάμος αυτός λύθηκε (λόγω 2ετούς διάστασης) με την 232/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία κατέστη ήδη αμετάκλητη και κατόπιν τούτου εκδόθηκε το ...2022 διαζευκτήριο της I. Μητρόπολης Λαρίσης και Τυρνάβου. Η πρώτη κατηγορουμένη, από το έτος 1999 συνήψε εκτός γάμου σχέση με τον δεύτερο κατηγορούμενο, τον οποίο συναντούσε κρυφά από το σύζυγό της, είτε με αφορμή τη διεκπεραίωση των υποχρεώσεων της οικογένειας, είτε κατά την φοίτησή της στο Λύκειο, το οποίο δεν είχε τελειώσει, όταν ήταν ανήλικη, είτε μετερχόμενη διάφορες άλλες δραστηριότητες-χόμπυ, όπως σιάτσου, ρέικε κ.α. Στις 26-6-2019 εγκατέλειψε τη συζυγική οικία, μεταφέροντας την οικοσκευή, στην οικία του ως άνω εραστή της, στο ... Πιερίας, εν αγνοία του συζύγου της. Ο εγκαλών σύζυγός της, Α. Κ., την περίοδο 2013-2014, αποσυρόμενος από την οικογενειακή επιχείρηση κτηνοτροφίας που εκμεταλλευόταν από κοινού με τα αδέλφια του, άνοιξε ατομική επιχείρηση- αγελαδοτροφική μονάδα, στην περιοχή του ... Λάρισας. Διατηρώντας ο ανωτέρω τον με αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς, στον οποίο την είχε ορίσει ως συνδικαιούχο και αδυνατώντας να επιμεληθεί των υποθέσεων της επιχείρησής του, καθώς ήταν απαραίτητη η συνεχής παρουσία του στη μονάδα, ήλθε σε ιδιαίτερη προφορική συμφωνία μαζί της, καθώς στον εν λόγω λογαριασμό περιέχονταν χρήματα από την προσωπική του εργασία ως κτηνοτρόφου (η σύζυγός του δεν εργαζόταν), με βάση την οποία η κατηγορουμένη, σύζυγός του θα πραγματοποιούσε τις πληρωμές, τόσο εκείνες που αφορούσαν την επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου της (πληρωμές προμηθευτών, ταμείων, ΔΕΗ, ύδρευση), όσο και τις οικογενειακές υποχρεώσεις και το υπόλοιπο ποσό θα επέστρεφε στο σύζυγο, είτε στο λογαριασμό, λογοδοτώντας κάθε φορά στον εγκαλούντα για τις ενέργειές της αυτές, ο δε εγκαλών, άμα τη αναλήψει των χρημάτων εκ μέρους της συζύγου του από τον παραπάνω κοινό λογαριασμό (είτε με τη φυσική της παρουσία, είτε μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής), να καθίσταται νομέας και κύριος των αναλαμβανόμενων χρημάτων, η δε σύζυγός του (εντολοδόχος), να παραμένει κάτοχος αυτών για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής (συμφωνία προαντιφώνησης της νομής - άρθρο 977 εδ. α' ΑΚ). Δηλαδή ο εγκαλών κατέστησε στο παρελθόν και συνέχισε να έχει συνδικαιούχο την πρώτη κατηγορουμένη τότε σύζυγό του, λόγω της εμπιστοσύνης του προς αυτήν, προκειμένου να διακινεί το λογαριασμό με καταθέσεις και αναλήψεις, ως άμεσος αντιπρόσωπος του, και με εντολή να εισπράττει χρήματα από τον κοινό λογαριασμό και να πληρώνει τις εκάστοτε οφειλές του. Για το σκοπό μάλιστα τούτο είχε συνταχθεί και το υπ' αριθμ.....2013 Πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Λάρισας, Ελένης-Ευγενίας Ρομοσιού-Κλειτσάκη, με το οποίο ο εγκαλών όρισε την πρώτη κατηγορουμένη-τότε σύζυγό του, ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του, στην οποία έδωσε όπως επί λέξει αναγράφεται σε αυτό, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, "που θα έχει σχέση με την γεωργική εκμετάλλευση και την αγελαδοτροφική μονάδα που διατηρεί ο ίδιος στον ... Λάρισας", όπως τον αντιπροσωπεύει στις διάφορες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, οι Οργανισμοί Κοινής Ωφέλειας, το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο και τα ΕΛΤΑ, αλλά και το Κτηνιατρείο. Γι' αυτό το λόγο την κατέστησε και συνδικαιούχο στον ως άνω τραπεζικό του λογαριασμό, που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. και στον οποίο περιέχονταν χρήματα από την προσωπική του εργασία ως κτηνοτρόφου αποκλειστικά (δοθέντος ότι η κατηγορουμένη δεν εργαζόταν), προς διευκόλυνση δηλαδή και διεκπεραίωση της χορηγηθείσας κατά τα άνω εντολής και φυσικά ένεκα της εμπιστοσύνης, που ενυπήρχε στο πρόσωπό της εξαιτίας της προσωπικής σχέσης του μεταξύ των γάμου. Το ότι λειτούργησε ο παραπάνω λογαριασμός και στο όνομα της πρώτης κατηγορουμένης, αυτό έγινε για να είναι σε θέση να αναλαμβάνει χρήματα από αυτόν και να πραγματοποιεί για λογαριασμό και στο όνομα του συζύγου της διάφορες πληρωμές οφειλών του, κατ' εντολή του τελευταίου. Για να υπάρχει όμως η δυνατότητα λειτουργίας αυτής της σχέσης εντολής και με δεδομένο ότι η εντολοδόχος κατηγορουμένη με την ανάληψη των χρημάτων από τους κοινούς λογαριασμούς γινόταν κυρία των χρημάτων, σύμφωνα με τους παραπάνω νόμους, που διέπουν τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς (ν. 5638/1932 και ν.δ. 951/1971), στη σχέση εντολής ενυπήρχε και συμφωνία προαντιφώνησης, κατά τα προαναφερόμενα. Δηλαδή η κατηγορουμένη σύμφωνα με το "μηχανισμό" (όρους λειτουργίας) της προαντιφώνησης του άρθρου 977 εδ. α' Α.Κ., με την ανάληψη χρηματικού ποσού από τον κοινό λογαριασμό προς εξυπηρέτηση των εντολών, γινόταν κυρία τούτου για μία ιδεατή χρονική στιγμή και αμέσως μεταβιβάζονταν η νομή και κυριότητα του χρηματικού ποσού στον εντολέα σύζυγό της και εκείνη έμενε στην κατοχή του με βάση την ορισμένη αυτή σχέση εντολής. Η άτυπη σχέση της προαντιφώνησης εμπεριείχετο "εμφιλοχωρούσε" στη βασική σχέση εντολής προς εξυπηρέτηση της τελευταίας. Έτσι η πρώτη κατηγορουμένη αναλαμβάνοντας στις παρακάτω αναφερόμενες ημερομηνίες τα κατ' ιδίαν αναφερόμενα χρηματικά ποσά, κατέστη πράγματι προς στιγμή κυρία αυτών και αμέσως στη συνέχεια η κυριότητα μεταβιβάσθηκε στον εντολέα σύζυγό της με προαντιφώνηση της νομής και η ίδια (κατηγορουμένη) παρέμεινε μόνο κάτοχος αυτών για να εκτελέσει την εντολή. Με τη μη διάθεσή τους όμως, σύμφωνα με την εντολή και την ιδιοποίησή τους παράνομα, διέπραξε το έγκλημα της υπεξαιρέσεως.

Α) Ειδικότερα, ως αποδείχθηκε η πρώτη κατηγορουμένη, με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε τα κάτωθι χρηματικά ποσά, τα οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και περιήλθαν στην κατοχή της ως εντολοδόχου όπως παραπάνω περιγράφηκε, παράνομα, χωρίς τη συναίνεση του εντολέα και κατά παράβαση του περιεχομένου της εντολής που της δόθηκε, μεταφέροντας ως συνδικαιούχος διατραπεζικά από τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό: 1.σε τραπεζικούς λογαριασμούς των τέκνων του δευτέρου κατηγορουμένου, Θ. Κ. του Ι. και Ε. Κ. του Ι., και της δανείστριας του Ε. Κ. του Ι. συνολικά το ποσό των 13.940 ευρώ και ειδικότερα: Στις 26-10-2016 το ποσό των (520,00) ευρώ, μεταφέροντας το διατραπεζικά από τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", στον με αρ. ... λογαριασμό, που τηρείται στην ίδια τράπεζα, επ' ονόματι του Θ. Κ. του Ι.. Στις 20-12-2016, το ποσό των (520,00) ευρώ, μεταφέροντάς το διατραπεζικά από τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙ0Σ Α.Ε.", στον με αρ. ... λογαριασμό, που τηρείται στην ίδια τράπεζα, επ' ονόματι του Θ. Κ. του Ι..Στις 30-12-2016, το ποσό των (250,00) (ευρώ), μεταφέροντάς το διατραπεζικά από το με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", στο με αρ. ... λογαριασμό, που τηρείται στην ίδια τράπεζα, επ' ονόματι του Θ. Κ. του Ι.. Στις 31-1-2017, το ποσό των (320,00) ευρώ, μεταφέροντάς το διατραπεζικά από το με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", στο με αρ. ... λογαριασμό, που τηρείται στην ίδια τράπεζα, επ' ονόματι του Θ. Κ. του Ι.. Στις 21-2-2017, το ποσό των (2.000,00) ευρώ, μεταφέροντάς το διατραπεζικά από το με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", στο με αρ. ... λογαριασμό, που τηρείται στην ίδια τράπεζα, επ' ονόματι της δανείστριας του Ε. Κ. του Ι., μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης εμπορίας αυτοκινήτων - ανταλλακτικών με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.". Στις 20-3-2017, το ποσό των (520,00) ευρώ , μεταφέροντάς το διατραπεζικά από το με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", στο με αρ. ... λογαριασμό, που τηρείται στην ίδια τράπεζα, επ' ονόματι του Θ. Κ. του Ι.. ……………………………….

2.Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2017 έως το έτος 2019, στον με αρ.... λογαριασμό που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." επ' ονόματί της το συνολικό ποσό των (10.068) ευρώ και ειδικότερα: Στις 30-3-2017, το ποσό των (360,00) ευρώ, χρεώνοντας τον ως άνω κοινό λογαριασμό με επιπλέον έξοδα προμήθειας εμβάσματος, ύψους (1,00) ευρώ. ……………………….

3.Κατά τα έτη 2017 και 2018, σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούνται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." επ' ονόματί της το συνολικό ποσό των (9.512) ευρώ, και ειδικότερα: Στις 26-10-2017, το ποσό των (900,00) ευρώ, χρεώνοντας τον ως άνω κοινό λογαριασμό με επιπλέον έξοδα προμήθειας εμβάσματος, ύψους (1,00) ευρώ………..

4.Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2017 έως τον Ιούνιο του 2019, αφού έπεισε τους υπαλλήλους της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας με την επωνυμία "VODAFONE ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ" ότι έχει τη συναίνεση του εγκαλούντος να συναφθεί σύμβαση παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μεταξύ εκείνου και της εν λόγω εταιρίας και πέτυχε την ενεργοποίηση της με αρ. ... τηλεφωνικής σύνδεσης με χρήστη τον δεύτερο κατηγορούμενο, εξοφλούσε τους λογαριασμούς κινητής τηλεφωνίας με χρήματα που αποσπούσε από τον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό ,χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος. Το συνολικό ποσό που απέσπασε ήταν αυτό των (1.952,54) ευρώ και ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Δεκέμβριο του 2017 το ποσό των 788,10 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Δεκέμβριο του 2018 το ποσό των 759,19 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 2019 το ποσό των 405,25 ευρώ.

5.Την 26.6.2019 με την ιδιότητά της ως συνδικαιούχου στον με αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο εγκαλών στην Τράπεζα Πειραιώς, στον οποίο περιέχονταν χρήματα από την προσωπική του εργασία ως κτηνοτρόφου, έλαβε από αυτόν το λογαριασμό το ποσό των 10.500 ευρώ, χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει τη συναίνεση του εγκαλούντος. Ήτοι συνολικά με περισσότερες πράξεις ιδιοποιήθηκε ως εντολοδόχος συνολικά το ποσό των (13.940+ 10.068 + 9.512 + 1.952,54 + 10.500 =) 45.972,54 ευρώ, τα οποία η πρώτη κατηγορουμένη τα ενσωμάτωσε στην περιουσίας της, ήτοι τα ιδιοποιήθηκε, δίχως να έχει νόμιμο προς τούτο δικαίωμα. Την απόφαση της πρώτης κατηγορουμένης να μεταφέρει σε λογαριασμούς των ως άνω τέκνων του δεύτερου κατηγορουμένου, τα κατ' ιδίαν αναφερόμενα ως άνω ποσά από τον (...) λογαριασμό, όπως και την απόφαση να συνάψει σύμβαση παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μεταξύ του εγκαλούντος και. της ως άνω εταιρίας, πετυχαίνοντας την ενεργοποίηση της με αρ. ... τηλεφωνικής σύνδεσης με χρήστη τον δεύτερο κατηγορούμενο και εξοφλώντας εν συνεχεία τους λογαριασμούς κινητής τηλεφωνίας με χρήματα που αποσπούσε από τον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος, ιδιοποιούμενη παρανόμως το συνολικό ποσό των 1.952,54 ευρώ, κατά τα ειδικότερα ανωτέρω εκτιθέμενα, προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα ο δεύτερος κατηγορούμενός, προς όφελος του ιδίου και των ως άνω τέκνων του, παρότι γνώριζε τις κατ'ιδίαν συμφωνίες του ζεύγους Κ., απευθείας από την πρώτη κατηγορουμένη, ότι δηλαδή τα χρήματα που εισέρρεαν στο λογαριασμό από την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εγκαλούντος, προοριζόταν για την κάλυψη των υποχρεώσεων της μονάδας και της οικογένειας του τελευταίου και ότι η πρώτη κατηγορουμένη, ενεργούσε κατ' εντολήν του εγκαλούντος με την πρόσθετη συμφωνία αυτή να είναι κάτοχος των χρημάτων και μόνο, η κυριότητα των οποίων θα παρέμενε στον εγκαλούντα.

Β) Ομοίως αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο την με αρ. ... χρεωστική κάρτα Mastercard, της οποίας ήταν κάτοχος η ίδια ως συνδικαιούχος στον επίμαχο τραπεζικό λογαριασμό (...), όπου υπήρχαν κατατεθειμένα χρηματικά ποσά αποκλειστικά από την προσωπική εργασία του εγκαλούντος, Α. Κ. του Μ., ως κτηνοτρόφου, και ακολούθως, ο δεύτερος κατηγορούμενος, κάνοντας χρήση επανειλημμένα της εν λόγω κάρτας προέβη αφενός σε αγορές, αφετέρου σε αναλήψεις συνολικού ύψους (29.168,64) ευρώ, και ειδικότερα ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 21.2.2017 έως 29-5-2019 πραγματοποίησε με τη χρήση της εν λόγω κάρτας τις κάτωθι αγορές και αναλήψεις:-Στις 21-2-2017, το ποσό των (60, 00) ευρώ, πραγματοποιώντας αγορά από το πρατήριο υγρών καυσίμων "Shell", ιδιοκτησίας του κ. Β. Τ., που βρίσκεται στη ..., με χρήση της με αρ. ... χρεωστικής κάρτας Mastercard, η οποία είναι συνδεδεμένη με το με αριθμό ... λογαριασμό, που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε."…………………………………………Όλα τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά ο δεύτερος κατηγορούμενος τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, ήτοι τα ιδιοποιήθηκε, δίχως να έχει νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, καθώς τα χρήματα του λογαριασμού ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με την κάρτα, έπρεπε να χρησιμοποιήσει η πρώτη κατηγορουμένη κατ' εντολή του συζύγου της για την εκπλήρωση των επαγγελματικών και οικογενειακών τους υποχρεώσεων, όπως αναλύθηκε ανωτέρω κατά τις μεταξύ τους συμφωνίες, των οποίων γνώστης ήταν πολύ καλά ο δεύτερος κατηγορούμενος, λόγω και της ιδιαίτερης σχέσης του με την πρώτη κατηγορουμένη. Χωρίς καμία αμφιβολία προέκυψε ότι καμία από αυτές τις τραπεζικές κινήσεις (είτε οι αγορές είτε οι αναλήψεις ποσών) δεν εκτελέστηκαν από τον εγκαλούντα ως εκ του τόπου πραγματοποίησης των συναλλαγών αυτών, κυρίως στο Νομό Πιερίας, και από το έτος 2018 στο ... Γερμανίας, τόπους συμφερόντων και κατοικίας του δεύτερου κατηγορουμένου. Οι αγορές αφορούν κυρίως καύσιμα, από τον ... και άλλες περιοχές της Ημαθίας, αγορές τροφίμων από σούπερ μάρκετ, υπηρεσίες οδοντοτεχνίτη σε ..., αγορά κοσμημάτων από ..., ρούχα, είδη σπιτιού και ηλεκτρικές συσκευές από την πόλη ..., ... και άλλες πόλεις της Γερμανίας, αγορά από καταστήματα σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, όπως τον ..., την ..., τη ... κλπ. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι τα ποσά που διοχετεύτηκαν στον δεύτερο κατηγορούμενο και τα τέκνα του, έγιναν σε εκπλήρωση ενοχής προς απόδοση δανείου ύψους 27.000 ευρώ που έλαβε η πρώτη κατηγορουμένη από αυτόν δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα, καθόσον δεν αποδείχθηκε η βασιμότητά του από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Επίσης, η συμβολή της πρώτης κατηγορουμένης με την προσφορά εργασίας στην οικογένεια (παρασκευή φαγητού, καθαριότητα, φροντίδα τέκνων και πληρωμή υποχρεώσεων), ουδεμία επιρροή ασκεί στην παρούσα δίκη, δυνάμενη να θεμελιώσει διαφορετικού είδους αστικές αξιώσεις, με την αναγκαία συνδρομή των εκ του νόμου τιθέμενων προϋποθέσεων. Ενόψει τούτων, η πρώτη κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση από εντολοδόχο και της συνέργειας σε υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που τέλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος και ο δεύτερος κατηγορούμενος για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση και ηθική αυτουργία σε υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση από εντολοδόχο που τέλεσε η πρώτη κατηγορουμένη (περίσταση /ιδιότητα η οποία συντρέχει και λαμβάνεται υπόψη μόνο για το πρόσωπό της κατ' άρθρο 49 παρ. 1 ΠΚ). Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες, και δη : Α) την μεν αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη για τις αξιόποινες πράξεις 1) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση και 2) της συνέργειας στην υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε ο συγκατηγορούμενος της, Β) τον δε αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις 1) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση και 2) της ηθικής αυτουργίας στην υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε η συγκατηγορούμενή του, και καταδίκασε τον καθέναν σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και πέντε (5) μηνών , την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό : "

Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι στη Λάρισα κατά τους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους τέλεσαν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις:

Α) 1. Η πρώτη κατηγορούμενη με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο (ολικά) κινητό πράγμα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που περιήλθε στην κατοχή της και της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου. Πιο συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα ,από το έτος 2016 έως το έτος 2019, έχοντας οριστεί δυνάμει του με αρ. ...2013 πληρεξούσιου εγγράφου ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος του εγκαλούντος και πλέον εν διαστάσει συζύγου της, Α. Κ. του Μ., αρμόδια, μεταξύ άλλων, να τον εκπροσωπεί σε κάθε δοσοληψία με τράπεζα σε ολόκληρη την Ελλάδα και στο εξωτερικό και σε κάθε υποκατάστημά της, και με την ιδιότητά της ως συνδικαιούχου στον με αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο εγκαλών στην Τράπεζα Πειραιώς, στον οποίο λογαριασμό περιέχονταν χρήματα από την προσωπική του εργασία ως κτηνοτρόφου, μετέφερε από τον εν λόγω λογαριασμό διατραπεζικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς των τέκνων του δευτέρου κατηγορουμένου, Θ. Κ. του Ι. και Ε. Κ. του Ι., και της δανείστριας του Ε. Κ. του Ι. συνολικά το ποσό των 13.940 ευρώ και ειδικότερα:-Στις 26-10-2016 το ποσό των (520,00) ευρώ, μεταφέροντας το διατραπεζικά από τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", στον με αρ. ... λογαριασμό, που τηρείται στην ίδια τράπεζα, επ' ονόματι του Θ. Κ. του Ι.. -Στις 20-12-2016,πρ' ποσό των (520,00) ευρώ, μεταφέροντάς το διατραπεζικά από τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙ0Σ Α.Ε.", στον με αρ. ... λογαριασμό, που τηρείται στην ίδια τράπεζα, επ' ονόματι του Θ. Κ. του Ι…………………… 2.Η πρώτη κατηγορούμενη, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2017 έως το έτος 2019, έχοντας οριστεί δυνάμει του με αρ. ...2013 πληρεξούσιου εγγράφου ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος του εγκαλούντος και πλέον εν διαστάσει συζύγου της, Α. Κ. του Μ., αρμόδια, μεταξύ άλλων, να τον εκπροσωπεί σε κάθε δοσοληψία με τράπεζα σε ολόκληρη την Ελλάδα και στο εξωτερικό και σε κάθε υποκατάστημά της, και με την ιδιότητά της ως συνδικαιούχου στον με αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό ,που τηρούσε ο εγκαλών στην Τράπεζα Πειραιώς, στον οποίο λογαριασμό περιέχονταν χρήματα από την προσωπική του εργασία, ως κτηνοτρόφου, μετέφερε από τον εν λόγω λογαριασμό διατραπεζικά στον με αρ. ... λογαριασμό που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." επ' ονόματι της το συνολικό ποσό των 10.068 ευρώ και ειδικότερα:-Στις 30-3-2017, το ποσό των (360,00) ευρώ, χρεώνοντας τον ως άνω κοινό λογαριασμό με επιπλέον έξοδα προμήθειας εμβάσματος, ύψους (1,00) ευρώ…………………………………..3.Η πρώτη κατηγορουμένη ,κατά τα έτη 2017 και 2018, έχοντας οριστεί δυνάμει του με αρ. ...2013 πληρεξούσιου εγγράφου ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος του εγκαλούντος και πλέον εν διαστάσει συζύγου της, Α. Κ. του Μ.,, αρμόδια, μεταξύ άλλων, να τον εκπροσωπεί σε κάθε δοσοληψία με τράπεζα σε ολόκληρη την Ελλάδα και στο εξωτερικό και σε κάθε υποκατάστημά της, και με την ιδιότητά της ως συνδικαιούχου στον με αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο εγκαλών, στην Τράπεζα Πειραιώς, στον οποίο λογαριασμό περιέχονταν χρήματα από την προσωπική του εργασία ,ως κτηνοτρόφου, μετέφερε από τον εν λόγω λογαριασμό διατραπεζικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούνται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASLAS Α.Ε." επ' ονόματί της το συνολικό ποσό των 9.512 ευρώ και ειδικότερα:-Στις 26-10-2017, το ποσό των (900,00) ευρώ, χρεώνοντας τον ως άνω κοινό λογαριασμό με επιπλέον έξοδα προμήθειας εμβάσματος, ύψους (1,00) ευρώ………………………………….4. Η πρώτη κατηγορούμενη ,κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2017 έως τον Ιούνιο του 2019, έχοντας οριστεί δυνάμει του με αρ. ...2013 πληρεξούσιου εγγράφου ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος του εγκαλούντος και πλέον εν διαστάσει συζύγου της, Α. Κ. του Μ., αρμόδια, μεταξύ άλλων, να τον εκπροσωπεί σε κάθε δοσοληψία με τράπεζα σε ολόκληρη την Ελλάδα και στο εξωτερικό και σε κάθε υποκατάστημά της, και με την ιδιότητά της ως συνδικαιούχου στον με αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο εγκαλών στην Τράπεζα Πειραιώς, στον οποίο λογαριασμό περιέχονταν χρήματα από την προσωπική του εργασία ως κτηνοτρόφου, αφού έπεισε τους υπαλλήλους της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας με την επωνυμία "VODAFONE ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ" ότι έχει τη συναίνεση του εγκαλούντος να συναφθεί σύμβαση παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μεταξύ εκείνου και της εν λόγω εταιρία και πέτυχε την ενεργοποίηση της με αρ. ... τηλεφωνικής σύνδεσης με χρήστη τον δεύτερο κατηγορούμενο, εξοφλούσε τους λογαριασμούς κινητής τηλεφωνίας με χρήματα που αποσπούσε από τον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος. Το συνολικό ποσό που απέσπασε ήταν αυτό των 1.952,54 ευρώ ,και ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Δεκέμβριο του 2017 το ποσό των 788,10 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Δεκέμβριο του 2018 το ποσό των 759,19 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 2019 το ποσό των 405,25 ευρώ. 5.Η πρώτη κατηγορουμένη την 26.6.2019 με την ιδιότητά της ως συνδικαιούχου στον με αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο εγκαλών στην Τράπεζα Πειραιώς, στον οποίο περιέχονταν χρήματα από την προσωπική του εργασία ,ως κτηνοτρόφου, έλαβε από αυτόν το λογαριασμό το ποσό των 10.500 ευρώ, χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει τη συναίνεση του εγκαλούντος. Όλα τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά η πρώτη κατηγορουμένη τα ενσωμάτωσε στην περιουσίας της, ήτοι τα ιδιοποιήθηκε, δίχως να έχει νόμιμο προς τούτο δικαίωμα.

Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 21.2.2017 έως 29-5-2019, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο (ολικά) κινητό πράγμα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που περιήλθε στην κατοχή του. Συγκεκριμένα, αφού είχε λάβει στην κατοχή του τη με αρ. ... χρεωστική κάρτα της Τράπεζας Πειραιώς, που είχε εκδοθεί στο όνομα της πρώτης κατηγορουμένης και ήταν συνδεδεμένη με το αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό, στον οποίο ήταν συνδικαιούχος η τελευταία, πραγματοποίησε με τη χρήση της εν λόγω κάρτας αφενός αγορές αφετέρου αναλήψεις συνολικού ύψους 29.168,64 ευρώ και ειδικότερα:-Στις 21-2-2017, το ποσό των (60, 00) ευρώ, πραγματοποιώντας αγορά από το πρατήριο υγρών καυσίμων "Shell", ιδιοκτησίας του κ. Β. Τ., που βρίσκεται στη ..., με χρήση της με αρ. ... χρεωστικής κάρτας Mastercard, η οποία είναι συνδεδεμένη με το με αριθμό ... λογαριασμό, που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε."……………………………………………..Όλα τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά ο δεύτερος κατηγορούμενος τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, ήτοι τα ιδιοποιήθηκε, δίχως να έχει νόμιμο προς τούτο δικαίωμα.

Γ) Η πρώτη κατηγορούμενη την 21-2-2017 πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον συνδρομή, πριν από την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, ήτοι έδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο τη με αρ. ... χρεωστική κάρτα Mastercard, της οποίας ήταν κάτοχος και η οποία ήταν συνδεδεμένη με το με αριθμό ... λογαριασμό, που τηρείται στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", όπου υπήρχαν κατατεθειμένα χρηματικά ποσά αποκλειστικά από την προσωπική εργασία του εγκαλούντος, Α. Κ. του Μ., ως κτηνοτρόφου. Ακολούθως, ο δεύτερος κατηγορούμενος, κάνοντας χρήση, επανειλημμένα, της εν λόγω κάρτας προέβη αφενός σε αγορές αφετέρου σε αναλήψεις συνολικού ύψους 29.168,64 ευρώ, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο υπό στοιχείο Β του παρόντος.

Δ) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2016 έως τον Ιούνιο του 2019, με φορτικότητα και πειθώ, προκάλεσε στην πρώτη κατηγορούμενη την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση από εντολοδόχο που διέπραξε, και συγκεκριμένα της προκάλεσε την απόφαση να ιδιοποιηθεί παρανόμως τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στα υπό στοιχεία Α1 και Α4 του παρόντος και με τον τρόπο που περιγράφεται".

Με τις ανωτέρω παραδοχές το δικάσαν Δικαστήριο ,και κατά τον παραδεκτό συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 46 παρ.1, 47, 51, 53, 79, 80, 83 περ.ε' , 98, 94 παρ.1 και του άρθρου 375 παρ. 1 του πρ. ΠΚ και 375 παρ.1 του ν. ΠΚ για την κατάφαση της ενοχής των αναιρεσειόντων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφορικά με το αδίκημα της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, αναλυτικά και με πληρότητα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις στο σκεπτικό παραδοχές της, όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την ποινική υπόσταση του ως άνω αδικήματος. Και συγκεκριμένα, ότι η κατηγορούμενη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα [από 26/10/2016 έως 26/6/2019], με πρόθεση, άνευ νομίμου δικαιώματος, ιδιοποιήθηκε το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των [45.972,54] ευρώ συνολικά, και το ενσωμάτωσε στην περιουσία της , το οποίο είχε περιέλθει στην κατοχή της δυνάμει της αναφερομένης εννόμου σχέσεως, ήτοι ως εντολοδόχου, αφού ο εγκαλών και υποστηρίζων την κατηγορία, Α. Κ. [σύζυγός της κατά το ένδικο διάστημα], την είχε καταστήσει με το αναφερόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ειδική πληρεξούσια, αρμόδια να τον εκπροσωπεί, μεταξύ άλλων, σε κάθε δοσοληψία του με τράπεζα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και σε κάθε υποκατάστημά της, και την έχει ορίσει ως συνδικαιούχο στον αναφερόμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που αυτός τηρούσε [εγκαλών] στην "Τράπεζα Πειραιώς", που περιείχε χρήματα προερχόμενα αποκλειστικά από την προσωπική του εργασία (ως κτηνοτρόφου), ερχόμενος σε ιδιαίτερη προφορική συμφωνία μαζί της, με βάση την οποία αυτή [κατηγορούμενη] μπορούσε να πραγματοποιεί αναλήψεις-μεταφορές-πληρωμές χρημάτων από τον επίδικο κοινό τραπεζικό λογαριασμό για τους αναφερόμενους σκοπούς [ήτοι για να πληρώνει τις εκάστοτε οφειλές του εγκαλούντος από την λειτουργία της αγελαδοτροφικής μονάδας που εκείνος διατηρούσε στον ... Λάρισας και τις οφειλές σε σχέση με τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις] και το εκάστοτε υπόλοιπο υποχρεούτο να το επιστρέφει στον ως άνω εγκαλούντα, λογοδοτώντας σ' αυτόν κάθε φορά για τις εν λόγω ενέργειές της, ο δε ως άνω εγκαλών (εντολέας), άμα τη αναλήψει χρημάτων από την κατηγορούμενη από τον επίμαχο κοινό τραπεζικό λογαριασμό -είτε με τη φυσική της παρουσία είτε μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής- να καθίσταται νομέας και κύριος των αναλαμβανομένων χρημάτων, η δε κατηγορούμενη (εντολοδόχος) να παραμένει κάτοχος αυτών για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής με συμφωνία προαντιφώνησης της νομής, κατά τον "μηχανισμό" της οποίας με την ανάληψη χρηματικού ποσού από τον κοινό λογαριασμό προς εξυπηρέτηση των εντολών του ως άνω εγκαλούντος, η κατηγορούμενη γινόταν κυρία αυτού ,μόνο για μία ιδεατή χρονική στιγμή, και αμέσως μεταβιβάζονταν η νομή και κυριότητα του αναληφθέντος απ' αυτήν χρηματικού ποσού στον εντολέα - εγκαλούντα και εκείνη έμενε στην κατοχή του με βάση την βασική σχέση εντολής, στην οποία εμφιλοχωρούσε η άτυπη σχέση της προαντιφώνησης νομής προς εξυπηρέτηση της πρώτης (σχέσης εντολής). Ότι έτσι η κατηγορούμενη, αναλαμβάνοντας, κατά τις αναφερόμενες ημεροχρονολογίες, τα αναφερόμενα κατ' ιδίαν χρηματικά ποσά, κατέστη προς στιγμήν κυρία αυτών και αμέσως μετά η κυριότητά τους μεταβιβαζόταν στον ως άνω εντολέα-εγκαλούντα με προαντιφώνηση της νομής, ενώ η ίδια παρέμεινε μόνον κάτοχος αυτών προς εκτέλεση της ως άνω εντολής του εγκαλούντος, και ότι συνακόλουθα με την μη διάθεσή τους (αναληφθέντων χρηματικών ποσών από τον επίδικο κοινό λογαριασμό), σύμφωνα με την ανωτέρω εντολή και την παράνομη ιδιοποίησή τους ,αλλά και με τη διάθεση των αναφερομένων χρηματικών ποσών που η ίδια αποσπούσε από τον επίδικο κοινό λογαριασμό, χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος, προς εξόφληση των αναφερομένων λογαριασμών κινητής τηλεφωνίας του συγκατηγορουμένου της και την εντεύθεν παράνομη ιδιοποίησή τους, τέλεσε την ανωτέρω ένδικη αξιόποινη πράξη. Περαιτέρω, αναφορικά με το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση που τέλεσε η κατηγορούμενη, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, αναλυτικά και με πληρότητα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση ,κατά τις στο σκεπτικό παραδοχές της , όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την ποινική υπόσταση του ως άνω αδικήματος, και δη ότι αυτός κατά το επίδικο διάστημα [από το έτος 2016 έως τον Ιούνιο 2019], προς όφελός του αλλά και των αναφερομένων τέκνων του, προκάλεσε, με πειθώ και φορτικότητα, στην συγκατηγορούμενη-αναιρεσείουσα την απόφαση να διαπράξει την ανωτέρω ένδικη πράξη που αυτή τέλεσε, κατά τα προαναφερόμενα. Συγκεκριμένα δε, να αποσπάσει από τον επίδικο κοινό τραπεζικό λογαριασμό και να μεταφέρει ,σταδιακά, στους αναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς των τέκνων του (κατηγορούμενου) τα κατ' ιδίαν αναφερόμενα χρηματικά ποσά, καθώς και [την απόφαση] να συνάψει σύμβαση παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μεταξύ του ως άνω εγκαλούντος και της αναφερόμενης εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, πετυχαίνοντας έτσι την ενεργοποίηση της αναφερόμενης τηλεφωνικής σύνδεσης με χρήστη τον ίδιο (κατηγορούμενο) και, εν συνεχεία, να εξοφλεί τους λογαριασμούς κινητής τηλεφωνίας με χρήματα που αποσπούσε από τον επίμαχο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος, ιδιοποιούμενη έτσι παρανόμως το αναφερόμενο χρηματικό ποσό, ενώ αυτός (κατηγορούμενος) γνώριζε από την κατηγορούμενη τις προαναφερθείσες κατ' ιδίαν συμφωνίες μεταξύ αυτής και του εγκαλούντος (εντολέως συζύγου της), ότι δηλ. τα χρήματα που εισέρρεαν στον επίδικο κοινό τραπεζικό λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς προέρχονταν από την άσκηση της αναφερόμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας του ως άνω εγκαλούντος και προορίζονταν για την κάλυψη των αναφερομένων υποχρεώσεων του τελευταίου και ότι η κατηγορούμενη, ενεργούσε κατ' εντολήν του εγκαλούντος ,με την πρόσθετη συμφωνία η ίδια να είναι κάτοχος και μόνον των χρημάτων του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, η κυριότητα των οποίων παρέμενε στον εγκαλούντα. Περαιτέρω, αναφορικά με τα αδικήματα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, και της συνέργειας στο εν λόγω αδίκημα, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, εκτίθενται αναλυτικά και με πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις στο σκεπτικό παραδοχές της , όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την ποινική υπόσταση των ως άνω αδικημάτων. Και συγκεκριμένα, ότι η κατηγορούμενη παρέδωσε στον κατηγορούμενο την αναφερόμενη χρεωστική κάρτα [mastercard] της Τράπεζας Πειραιώς, της οποίας η ίδια ήταν κάτοχος, ως συνδικαιούχος του επίμαχου κοινού τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο, όπως γίνεται δεκτό, κατά τα ήδη εκτεθέντα, υπήρχαν κατατεθειμένα χρήματα προερχόμενα αποκλειστικά από την προσωπική εργασία του ως άνω εγκαλούντος (εντολέα), των οποίων (χρημάτων) η κατηγορούμενη (εντολοδόχος) ήταν μόνον κάτοχος για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής (με συμφωνία προαντιφώνησης της νομής), της οποίας (κάρτας) κάνοντας ,επανειλημμένως, χρήση ο κατηγορούμενος, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα [από 21/2/2017 έως 29/5/2019], προέβη αφενός μεν στις αναφερόμενες κατ' ιδίαν αγορές αγαθών και υπηρεσιών, αφετέρου δε στις αναλήψεις των κατ' ιδίαν αναφερομένων χρηματικών ποσών, με συνέπεια να ιδιοποιηθεί παρανόμως και να ενσωματώσει στην περιουσία του το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των [29.168,64] ευρώ συνολικά.

Συνεπώς, με τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 του πρ. και ν. ΠΚ, ως προς τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των ενδίκων πράξεων, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ,που εμπεριέχονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, περί μη στοιχειοθέτησης της ποινικής υπόστασης των ενδίκων αξιοποίνων πράξεών τους, επειδή, όπως διατείνονται, η μεν κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα κατέστη κυρία των χρημάτων του επίμαχου κοινού τραπεζικού λογαριασμού του ως άνω εγκαλούντος , μη υφισταμένης μεταξύ αυτής και του εγκαλούντος σχέσης εντολής με συμφωνία προαντιφώνησης νομής, δικαιούμενη με την εν λόγω ιδιότητά της (ως συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού) να προβαίνει στις επίδικες αναλήψεις-μεταφορές χρημάτων από τον επίμαχο κοινό λογαριασμό στους αναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς και στη χρήση της συνδεδεμένης μ' αυτόν επίδικης χρεωστικής κάρτας αναλήψεως χρηματικών ποσών, χωρίς να διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος του ως άνω εγκαλούντος, ο δε κατηγορούμενος-αναιρεσείων ότι είχε στην κατοχή του την επίμαχη χρεωστική κάρτα [Mastercard], της Τράπεζας Πειραιώς, μετά από εκούσια παράδοσή της προς αυτόν από την κατηγορούμενη, εκ χαριστικής αιτίας, την οποία αυτή κατείχε με την ως άνω ιδιότητα της, και, ως εκ τούτου, ήταν δικαιούχος (κυρία) των χρημάτων, με συνέπεια αυτός να μην έχει διαπράξει υπεξαίρεση σε βάρος του ως άνω εγκαλούντος, είναι αβάσιμες. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 375 παρ.1 του πρ. και ν. ΠΚ, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ και την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, " Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του ν. ΠΚ, για την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων εγκλημάτων, αυτού της υπεξαίρεσης, που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, απαιτείται έγκληση. Η έγκληση, αφενός αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, γιατί η παραμέληση υποβολής της εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης που διώκεται κατ' έγκληση και αφετέρου συνιστά δικονομικό θεσμό, γιατί αποτελεί δικονομική προϋπόθεση για την έγκυρη γένεση της ποινικής δίκης (Ολ. ΑΠ 1/2007, ΑΠ 101/2023). Κατά δε τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του ίδιου ΠΚ "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για την δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται, εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδο τους". Η ανωτέρω διάταξη που απαιτεί πλέον την υποβολή έγκλησης για αξιόποινη πράξη που πριν διωκόταν αυτεπαγγέλτως, συνιστά αναμφισβήτητα επιεικέστερο νόμο ,κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και εφαρμόζεται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις της διάταξης αυτής (ΑΠ 817/2022, ΑΠ 412/2020, ΑΠ 1885/2019, ΑΠ 1737/2019). Η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής, αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος (ΑΠ 961/2023). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται από το Δικαστήριο της ουσίας ειδικά και εμπεριστατωμένα, είναι και αυτός περί απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής δίωξης κατά του κατηγορούμενου, λόγω μη εμπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως εναντίον του από τον παθόντα, κατά τα προδιαληφθέντα, ή εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία τούτου (ΑΠ 576/2018).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις υπεξαίρεσης, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίες [πράξεις] σημειωτέον κατά τους χρόνους τέλεσής τους [από 26-10-2016 έως 26/6/2019] διώκονταν αυτεπαγγέλτως, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, κατόπιν έγγραφης μήνυσης που κατέθεσε εναντίον των κατηγορουμένων, στις 7/7/2020, ο παθών, Α. Κ., ο οποίος σ' αυτήν ρητά ζητεί την ποινική δίωξη και τιμωρία τους, ως δραστών, των σε βάρος του τελεσθεισών πράξεων υπεξαίρεσης των αναφερομένων χρηματικών ποσών, και ο οποίος παραστάθηκε προς υποστήριξη της κατηγορίας τόσο ενώπιον του δικάσαντος πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του δικάσαντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι υπέβαλαν ενώπιον του δικάσαντος Δικαστηρίου της ουσίας, δια της συνηγόρου τους, την ένσταση περί απαραδέκτου της ασκηθείσας εναντίον τους ποινικής δίωξης για τις ως άνω ένδικες πράξεις, λόγω εκπροθέσμου υποβολής εγκλήσεως εκ μέρους του φερόμενου ως παθόντος, δηλ. ότι η υποβολή της έγινε από τον τελευταίο μετά την παρέλευση τριμήνου αφότου έλαβε γνώση αυτών και των υπαιτίων τους, την οποία (ένσταση), αφού ανέπτυξε προφορικά, παρέδωσε και εγγράφως, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "...Από την κατάθεση του φερόμενου ως παθόντος, Α. Κ., αποδεικνύεται ότι αυτός έλαβε γνώση των φερομένων πράξεων της υπεξαίρεσης τον Δεκέμβριο του έτους 2019, όπως ο ίδιος καταθέτει, απαντώντας στην ως άνω σχετική ερώτηση της Προέδρου. Τοποθετουμένης χρονικά της γνώσης του παθόντος για τις φερόμενες πράξεις, τον Δεκέμβριο του 2019, η τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή του κατ' έγκληση (υπό την ισχύ του Νέου Ποινικού Κώδικα 1-7-2019) διωκομένου αδικήματος της υπεξαιρέσεως -δεδομένης της εφαρμογής της ευμενέστερης για τους κατηγορούμενους διάταξης του άρθρου 375 παρ.1 και 2 ΠΚ και 381 ΠΚ (που για τη δίωξη της πράξης της υπεξαίρεσης απαιτούν έγκληση) εκκινεί κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1-12-2019 έως 31-12-2019 (αφού δεν προσδιορίζεται η ακριβής ημερομηνία της γνώσης) και εκπνέει αντίστοιχα (το αργότερο) στις 31-3-2020. Εν προκειμένω, ωστόσο, η επίμαχη έγκληση υποβλήθηκε στις 7/7/2020, δηλαδή σε χρόνο υπεράνω των τριών (3) μηνών από την εκπνοή της προθεσμίας των τριών μηνών, που ορίζεται στη διάταξη του άρ. 114 ΠΚ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης. Αλλά και όλως επικουρικώς, ακόμη και υπό την παραδοχή ότι ο φερόμενος ως παθών έλαβε γνώση της σε βάρος του πράξη της υπεξαίρεσης ,στις 26-6-2019, (προ της ισχύος δηλαδή του Νέου Ποινικού Κώδικα), πράγμα που δεν αποδεικνύεται βέβαια από την ως άνω ρητή κατάθεσή του ότι έλαβε γνώση τον Δεκέμβριο του 2019, και, κατ' ορθότερη εκδοχή, το τρίμηνο της έγκλησης εκκινεί από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του νέου ΠΚ, δηλαδή την 1-7-2019, οπότε και η πράξη κατέστη (το πρώτον) κατ' έγκληση διωκόμενη ,και επομένως η άνω προθεσμία συμπληρωνόταν την 1-10-2019. Όπως προαναφέρθηκε, η επίμαχη έγκληση υποβλήθηκε στις 7/7/2020, δηλαδή σε χρόνο υπεράνω των τριών (3) μηνών από την εκπνοή της προθεσμίας των τριών μηνών, που ορίζεται στη διάταξη του άρ. 114 ΠΚ. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης. Αλλά και όλως επικουρικώς, ακόμη και υπό την παραδοχή ότι ο φερόμενος ως παθών έλαβε γνώση της σε βάρος του πράξης της υπεξαίρεσης, τον μήνα Μάρτιο 2020, όπως προκύπτει από την δοθείσα κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο......, λαμβανομένου υπόψη ότι η τρίμηνη προθεσμία υποβολής της έγκλησης δεν ανεστάλη κατά το χρονικό διάστημα ,από 13-3-2020 έως 31-5-2020, ότε και ίσχυσαν τα μέτρα αντιμετώπισης του κορονοϊού ,και επομένως η άνω τρίμηνη προθεσμία συμπληρωνόταν την 30-6-2020 ,και στην περίπτωση αυτή, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης".

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Eφετείο [Πλημμελημάτων] Λάρισας για να καταλήξει στην απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού των κατηγορουμένων περί απαραδέκτου άσκησης της σε βάρος τους ασκηθείσας ποινικής δίωξης για τις ένδικες πράξεις ,λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης ,διέλαβε την ακόλουθη ,κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία : "....Στην προκειμένη περίπτωση από την ανωμοτί κατάθεση του εγκαλούντος και την ανάγνωση της εκκαλουμένης μετά των πρακτικών της, αποδείχθηκαν τα εξής: H πρώτη κατηγορούμενη εγκατέλειψε τη συζυγική οικία, ακολουθώντας τον δεύτερο κατηγορούμενο, εραστή της, στις 26-6-2019. Ο εγκαλών σύζυγός της με αφορμή τη μη πληρωμή ΕΦΚΑ και την όχλησή του περί τον μήνα Σεπτέμβριο 2019 από την Τράπεζα Εργασίας για τη λήψη δανείου, που είχε λάβει η σύζυγός του, εμφανίζοντας αυτόν εν αγνοία του, ως εγγυητή, ζήτησε ,περί τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2019, αναλυτική κίνηση του με αρ. ... λογαριασμού και της συνδεδεμένης μ' αυτόν ... χρεωστικής κάρτας Mastercard, της Τράπεζας Πειραιώς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών έλαβε γνώση ότι οι κατηγορούμενοι έχουν υπεξαιρέσει κάποια χρηματικά ποσά από τον επίδικο λογαριασμό, χωρίς να είναι ευχερής ο προσδιορισμός των κατ' ιδίαν ποσών, κατά τόπο τέλεσης, ύψος αυτών, με ανάληψη, μεταφορά ή άλλο τρόπο, όπως χρήση κάρτας, και το πρόσωπο που κάθε φορά πραγματοποιεί τη συναλλαγή, τέλη Απριλίου του έτους 2020, όταν έλαβε τις απαντήσεις της Τράπεζας Πειραιώς σχετικά με την κίνηση του επίδικου λογαριασμού και της συνδεδεμένης με αυτή κάρτας, από την πρώτη ανάγνωση των οποίων προέκυψε μετά την 20-4-2020, η ιδιοποίηση γενικά χρηματικών ποσών από τον λογαριασμό, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατός και πάλι, ως προαναφέρθηκε, ο άμεσος προσδιορισμός του ύψους των υπεξαιρεθέντων ποσών και του προσώπου του δράστη εκάστου υπεξαιρεθέντος ποσού, που εναλλασσόταν με βάση τα κατωτέρω εκτιθέμενα, καθόσον τούτο απαιτούσε επιμελή και χρονοβόρο επεξεργασία, (με μεγεθυντικό μάλιστα φακό), την οποία ο εγκαλών αδυνατούσε να διεξάγει, μη έχοντας και τις απαιτούμενες γνώσεις προς τούτο, οπότε την σχετική εργασία ανέλαβε η νομική παραστάτης του, δικηγόρος, Στυλιανή Σαμαρά, η οποία, όταν αποτύπωσε το αποτέλεσμα της έρευνάς της, το μήνα Ιούνιο του 2020, το παρέδωσε στον εγκαλούντα, ο οποίος κατέθεσε και τη μήνυση στις 7/7/2020, ήτοι εντός της νόμιμης τρίμηνης προθεσμίας, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω άπρακτης παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας προς υποβολή της έγκλησης, η οποία με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα έληγε μετά την 20/7/2020, ακόμη και αν γίνει δεκτό η δυσμενής για τον εγκαλούντα άποψη ότι από 20-4-2020 ο εγκαλών έλαβε γνώση και είχε τη δυνατότητα προσδιορισμού με ακρίβεια της πράξης και του δράστη αυτής". Οι αιτιάσεις των κατηγορουμένων- αναιρεσειόντων, που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, αναφορικά με την απόρριψη του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού τους περί απαραδέκτου της σε βάρος του ασκηθείσας ποινικής δίωξης για τις ένδικες πράξεις τους, λόγω της εκπρόθεσμης υποβολής έγκλησης εναντίον τους από τον ως άνω παθόντα, είναι αβάσιμες. Τούτο διότι, αναλυτικά και με πληρότητα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τις ως άνω παραδοχές της, ότι ο χρόνος γνώσεως από τον παθόντα, Α. Κ., των σε βάρος του αξιοποίνων πράξεων υπεξαίρεσης που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, ήταν το χρονικό διάστημα από 20-4-2020 έως τον Ιούνιο 2020, και ο χρόνος υποβολής της κατ' αυτών εγκλήσεώς του, ήταν η 7-7-2020, ήτοι εντός του οριζομένου από το ν. ΠΚ τριμήνου, αφότου έλαβε γνώση ο ως άνω εγκαλών της τέλεσης των ενδίκων πράξεων και των δραστών τους - κατηγορουμένων. Σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανωμοτί κατάθεση του εγκαλούντος και πρακτικά συνεδρίασης πρωτοβάθμιας δίκης και εκκαλουμένη απόφαση που αναγνώστηκαν), από τα οποία το ως άνω Δικαστήριο συνήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην απορριπτική του κρίση, χωρίς να είναι απαραίτητο, να εκτίθεται τι προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και συγκριτική τους στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους.

Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας με τις ως άνω πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες του ως προς το χρόνο γνώσης των ενδίκων πράξεων και των δραστών από τον εγκαλούντα, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 114 παρ.1 του ν. ΠΚ, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί απαραδέκτου της σε βάρος τους ασκηθείσας ποινικής δίωξης για τις ένδικες πράξεις, ένεκα μη εμπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης εναντίον τους από τον ως άνω παθόντα. Μετά ταύτα, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, και να επιβληθούν σε καθέναν από τους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 578 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) της παρούσας δίκης, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αρ. εκθ. κατ. 18/2023 αίτηση των 1] Σ. Β. του Α. και 2] Ι. Κ. του Ε. για αναίρεση της υπ'αρ. 496/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Λάρισας. ΚΑΙ Επιβάλλει σε καθέναν των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2024.

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                       Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Login